έπιπίπτω


έπιπίπτω
έπι|πίπτω падать на что; нападать на кого (τινί)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "έπιπίπτω" в других словарях:

  • ἐπιπίπτω — ἐπιπί̱πτω , ἐπιπίπτω fall upon pres subj act 1st sg ἐπιπί̱πτω , ἐπιπίπτω fall upon pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιπίπτω — (Α ἐπιπίπτω) [πίπτω] πέφτω πάνω σε κάποιον, ρίχνομαι εναντίον κάποιου, επιτίθεμαι, εφορμώ («ἐπιπεσὼν ἀπαρασκεύοις τοῑς ἐναντίοις», Ξεν.) αρχ. 1. πέφτω πάνω («εἰ ἐπιπέσοι σπέρμα», Θεόφρ.) 2. πέφτω («ἐπέπεσε μοῑρα», Πίνδ.) 3. (για χρέος) προσαυξάνω …   Dictionary of Greek

  • ἐπιπεπτωκότα — ἐπιπίπτω fall upon perf part act neut nom/voc/acc pl ἐπιπίπτω fall upon perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπεσόν — ἐπιπίπτω fall upon aor part act masc voc sg ἐπιπίπτω fall upon aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπεσόντα — ἐπιπίπτω fall upon aor part act neut nom/voc/acc pl ἐπιπίπτω fall upon aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπεσόντων — ἐπιπίπτω fall upon aor part act masc/neut gen pl ἐπιπίπτω fall upon aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπέπτωκε — ἐπιπίπτω fall upon perf imperat act 2nd sg ἐπιπίπτω fall upon perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπέπτωκεν — ἐπιπίπτω fall upon perf ind act 3rd sg ἐπιπίπτω fall upon plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπῖπτον — ἐπιπίπτω fall upon pres part act masc voc sg ἐπιπίπτω fall upon pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπέπεσον — ἐπιπίπτω fall upon aor ind act 3rd pl ἐπιπίπτω fall upon aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπεπτωκυῖα — ἐπιπίπτω fall upon perf part act fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)